Ο ΝΟΥΣ ΕΝ Η ΠΑΛΛΗΚΑΡΚΑ…!

0
176
AMC

Ο ΝΟΥΣ ΕΝ Η ΠΑΛΛΗΚΑΡΚΑ…!

Του Σιάρπελ Ι. Φραγκίσκου

Έναν κοπέλλιν, νεαρός, 22 χρονών που ήτουν,
γεμάτος νεύρα τζιαι φωδκιάν, έμπαιννεν πρώτος στον καυκάν,
ελάλεν το η ψυσιή του…

Συνέχεια εμπλέκετουν, τζιαι με μιτσιούς τζιαι μιάλους,
ούλλον τζιαι εχουμίζετουν, κόμα τζι εχαριεντίζετουν,
που έδερνεν τους άλλους…

Την μιαν, την άλλην έρκουνταν, χαπάρκα στους γονιούς του,
απού τον κόσμον, άφτονα, τζι εκάμναν τους παράπονα,
πο’ δερνεν τους δικούς τους…

Ούλοι επαραντζιέλλαν του, γονιοί, μα τζι’ ο παππούς του,
μα, τζιείνος εν έβαλλεν φτιν, ενόμιζεν πως το ραφτίν,
έσαζεν τους σκοπούς του…

  • Γιε μου, κανεί, συνάχτου πκιον, ως πόσον εν να πάει,
    τούτη η στράτα που βαστάς, έννεν καλή, που παρπατάς,
    μπορεί τζιαι να σε φάει…
  • Κάλμαρε γιε μου, ήρεμα, τζιαι σύναξε τον νουν σου,
    τα νεύρα εν κάμνουν καλόν, μόνον θολώννουν το μυαλόν,
    άκουε τους γονιούς σου…
  • Ακούτε δα ‘νταν να σας πω, εγιώ ‘μαι παλληκάριν,
    κανέναν ίντζιαι ταγιαντώ, τζι ούτε που εν να αρωτώ,
    κάμετε μου την χάρην…
  • Άδετε τες κουτάλες μου, ίντα ποντίτζια έχω,
    μιτά μου όπκοιος ιπκιαστεί, άμπα τζιαι εν θα σηκωστεί,
    θηρίον είμαι, αντέχω..!

Τζιαι ο παππούς του ΄λάλεν του, γιε μου, χρυσέ μου, άκου,
ο νους εν η παλληκαρκά, τζι όϊ, τα σιέρκα τζι η θωρκά,
κανεί σε πκιον, συνάχτου…

  • Έτσι που πάεις ξέρε το, εν να ‘ρτει τζιείνη ώρα,
    που ‘ν να βρεθεί πελλόττερος, που σέναν, δυνατόττερος,
    λαλώ σου που τα τώρα,

τζι εν να σου κάμει, μη κακόν, ζημιάν πολλά μεγάλην,
τζιαι τότες, θα ‘ν πολλά αργά, συνάχτου γιε μου, τζιαι καλά,
σπίαστο στο τζιεφάλιν…

  • Ου, ου, τζι εσού, κανεί παππού, έφαες την κκελλέν μου,
    ξέρεις το πόσον σ’ αγαπώ, τζι ευκαριστώ εν να σου πω,
    που ‘σιεις τον καϊλέν μου…
  • Μα ξέρε, μάθε πως τωρά, τα πράματα αλλάξαν,
    αν μεν δώκεις τ’ άλλου 2-3, μες τα πλαΐτζια, να τον βρεις,
    εν να σου μείν’ η τάτσα…
  • Παππού μου, σσια σου το λαλώ, όσον τζι αν το γυρέψεις,
    πως έναν τζι έναν κάμνουν δκυο, τζιαι με τα σιέρκα σου τα δκυο,
    πρέπει να ξεππαστρέψεις…
  • Αχ, γιε μου, εύκουμ’ ο Θεός, ίσσιαλλα να σε γλέπει,
    να μεν σε βρει κανάν κακόν, να βρεις τον δρόμον τον σωστόν,
    μάγκου μου, έτσι πρέπει…

Τζι ήρτεν μια νύχτα το λοιπόν, έτσι σαν επαρπάταν,
σ’ έναν καντούνιν, μιαν γωνιάν, χωσμένοι μες την σκοτεινιάν,
εκόψαν του την στράταν…

Ήτουν 5-6, ρέμπελοι, ύπουλα συναμένοι,
κρυφά εκαρτερούσαν τον, με μίσος εχτυπούσαν τον,
είχαν του την στημένην…

Εφκάλασιν το κάχριν τους, που ήτουν κουρτισμένοι,
μιτά του που τα είχασιν, κουάριν τον αφήκασιν,
ήτουν δαιμονισμένοι…

Τζι έμεινεν ολομάτζιελλος, ασύντιχος, φυρμένος,
γέριμος, πεταξούμενος, σαν το πουλλίν, παιξούμενος,
χαζίριν τελειωμένος…

Τζι επήρεν τον η άμπουλα, γιατροί για να τον δούσιν,
να του τσιακκάρουν τες πληγές, π’ αλήθκεια, ήτουν σοβαρές,
ίντα ‘παθεν να πούσιν…

Μα, δυστυχώς, ήτουν γραφτόν, η μοίρα να του κόψει,
κάθε χαράν μες την ζωήν, γιατί που τζιείνην την στιγμήν,
έμεινεν στο καρότσι…!

22 χρονών, νέον παιδίν, που ‘σιεν ζωήν ομπρός του,
τζι αντί που να ‘τουν άδειτος, έμεινεν πκιον παράλυτος,
μεγάλος ο σταυρός του…!

Τζι έτσι, σαν ήτουν μανιχός, τζι έπκιαννεν τον η πλήξη,
ούλλα στον νουν του έφερεν, ίνταλος τα κατάφερεν,
έτσι να καταλήξει…

  • Φταίω για ούλλα, ξέρω το, τωρά το καταλάβω,
    που εν άκουα κανενού, ήμουν στο σιείλος του γκρεμμού,
    έπρεπεν να προλάβω…
  • Πόσες φορές λαλούσαν μου, τον νουν μου να συνάξω,
    ττεμπίσσια, λόγια, συμβουλές, μα, έπαθα, σιήλιες φορές,
    τωρά, θα το φωναξω…:
  • Ο νους εν η παλληκαρκά, τζιαι όϊ τα ποντίτζια,
    τωρά το εκατάλαβα, με ξέρω το, πκιον εν αργά,
    ούλλοι τους είχαν δίτζια…!
  • Έτσι που τα κατάφερα, ότι τζι αν θέλεις πε μου,
    συγνώμην π’ ούλλους που ζητώ, ξέρω πως φταίω, τζιαι πονώ…
    Συχχώρα με Θεέ μου…!!!

Σιάρπελ Ι. Φραγκίσκου
24/06/2026

JAS