Εάν πράγματι η Λαϊκή Τράπεζα ήταν αφερέγγυα από τις αρχές του 2012, τότε δεν είχε το δικαίωμα να λαμβάνει έκτακτη ρευστότητα ή emergency liquidity assistance (ELA) από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αυτό σημαίνει ότι η Λαϊκή Τράπεζα θα έπρεπε να πουληθεί από τότε σε επενδυτές, οι οποίοι θα κατέβαλλαν τα απαραίτητα κεφάλαια για να διαθέτει η τράπεζα κεφαλαιακή επάρκεια και να συνεχίσει να λειτουργεί. Ακόμα και αν δεν υπήρχαν επενδυτές διατεθειμένοι να καταβάλουν τα κεφάλαια, οι καταθέτες θα μπορούσαν να συνεισφέρουν με ένα κούρεμα πολύ μικρότερο από αυτό που υπέστησαν.
Αυτή είναι η ωμή πραγματικότητα και η πικρή αλήθεια, ότι δηλαδή οι καταθέτες της Λαϊκής πλέρωσαν βαρύ το τίμημα της αναβλητικότητας λήψης σημαντικών αποφάσεων. Η δικαιολογία ότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχε νομοθεσία για την εξυγίανση των τραπεζών δεν ευσταθεί διότι υπήρχε αρκετός χρόνος για τη θέσπιση νομοθεσίας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η νομοθεσία αυτή υπάρχει από το 1933. Θα ήταν χρήσιμο πιστεύω να εξηγήσουμε στο κοινό πως λειτουργεί το τραπεζικό σύστημα και πως και γιατί μια τράπεζα μπορεί να δανειστεί έκτακτη ρευστότητα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Μια τράπεζα δέχεται καταθέσεις και χορηγεί δάνεια μέχρι και 80% των καταθέσεων της, καθώς το 20% παραμένει ως ρευστότητα για τις καθημερινές ανάγκες. Η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να διατηρεί ίδια κεφάλαια (χρήματα που καταβάλλουν οι μέτοχοι), τα οποία πρέπει, ανά πάσα στιγμή, να ανέρχονται στο 8% των συνολικών χορηγήσεων, για σκοπούς ασφάλειας των καταθέσεων σε περίπτωση που κάποια δάνεια δεν εισπραχθούν.
Έτσι οι καταθέτες νιώθουν και είναι πιο ασφαλής. Αν το δανειακό χαρτοφυλάκιο της τράπεζας εμπεριέχει περισσότερο ρίσκο, τότε ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός των τραπεζών της Ευρωζώνης απαιτεί περισσότερα κεφάλαια, όπως έγινε στην περίπτωση των Κυπριακών τραπεζών, και όχι μόνο. Αν οι μέτοχοι δεν εισφέρουν τα χρήματα, και δεν ενδιαφέρονται άλλοι επενδυτές, τότε εισφέρει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Εξυγίανσης, μέχρι 5% του ενεργητικού (δάνεια) της Τράπεζας. Αν αυτό δεν είναι αρκετό, τότε συνεισφέρουν οι πιστωτές της τράπεζας (ομόλογα, αξιόγραφα) και στη συνέχεια οι καταθέτες. Η έκτακτη ρευστότητα, δηλαδή ο ELA, δεν είναι κεφάλαια αλλά δανεισμός από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, για να καλύψει το κενό σε περίπτωση που η τράπεζα χάνει καταθέσεις, για οποιοδήποτε λόγο. Ο ELA χορηγείτε με επιτόκιο γύρω στο 2.5% και με εξασφαλίσεις. Προϋπόθεση για τη χορήγηση ELA είναι ότι η τράπεζα που το λαμβάνει είναι φερέγγυα (solvent) και το πρόβλημα είναι προσωρινό. Φερέγγυα σημαίνει ότι τα περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας (κυρίως δάνεια απομειωμένα για τυχόν απώλειες) είναι περισσότερα από τις υποχρεώσεις (κυρίως καταθέσεις).
Η Λαϊκή Τράπεζα έλαβε ELA ύψους €9.2 τα οποία στη συνέχεια ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου, το οποίο αποπληρώνεται κανονικά. Το πρόβλημα όμως είναι ότι αν η Λαϊκή δεν ήταν φερέγγυα από την αρχή, γεγονός που σημαίνει ότι δεν μπορούσε να λάβει ELA, τότε οι αρχές θα ήταν αναγκασμένες να διαχειριστούν το πρόβλημα, είτε με πώληση της τράπεζας, είτε με κάποιας μορφής εξυγίανση, πριν ακόμη αρχίσει η αιμορραγία καταθέσεων. Ακόμα και κούρεμα να γινόταν, αυτό θα ήταν πολύ μικρό. Δηλαδή, το πρόβλημα με τον ELA δεν είναι ο ELA αλλά το γεγονός ότι η παραχώρηση του ELA κατέληξε (όχι σκόπιμα) σε αυξημένο κούρεμα των καταθέσεων. Είναι για αυτό το λόγο που πιστεύω πως θα πρέπει να γίνει έρευνα επί του θέματος για να διαπιστωθεί τι ακριβώς έχει γίνει με τον ELA, διότι αφορά τα χρήματα των καταθετών.
Μάριος Μαυρίδης, οικονομολόγος, βουλευτής Κερύνειας, ΔΗΣΥ